Geopolitics & Daily News

Γεωστρατηγική, Άμυνα, Διπλωματία, Εξωτερική πολιτική, Διεθνή σκηνή, Πολιτική & Οικονομία

Η Ιστορική Διαμάχη Βουλγαρίας – Σκοπίων

Γράφει ο Βίκτωρ Σβετανόφσκι- Виктор Цветаноски
Εφημερίδα ‘Ούτρισκσι Βέσνικ’ (8 Οκτ. 2010)

Οι σχέσεις μεταξύ των Σκοπίων και της Σόφιας,  για μια περίοδο μεγαλύτερης των δώδεκα ετών, έχουν ψυχρανθεί από το βαρύ φορτίο του παρελθόντος, για το οποίο οι ιστορικοί των δύο χωρών έχουν διαφορετικές απόψεις.

Για τη Βουλγαρία, η περιοχή των Σκοπίων, αποτελεί ένα μαρτυρικό κομμάτι της βουλγαρικής ιστορίας. Λαμβάνοντας υπόψη τις ιδέες τους αυτές, η παλαιά Βουλγαρία πολέμησε γι’ αυτήν και έχασε πολλούς πολέμους. Για τη Σόφια, της Βουλγαρίας, ο ‘μακεδονικός’ λαός, το ‘μακεδονικό έθνος’ και η ‘μακεδονική’ γλώσσα ανήκουν στη σφαίρα της τεχνητής δημιουργίας. Οι Σκοπιανοί ιστορικοί ερμηνεύοντας τους ισχυρισμούς αυτούς, υποστηρίζουν, ότι τους αρνείται η μοναδικότητα του ‘μακεδονικού’ λαού και έθνους. Μέσα σε όλες αυτές τις διαφωνίες συμφωνούν, εντούτοις, σε ένα θέμα: ο ‘σλαβομακεδονικός’ και ο βουλγαρικός λαός είναι συγγενή έθνη (στο κείμενο: многу блиски народи– πολύ κοντινά έθνη).

Από όλα τα γειτονικά κράτη μεγαλύτερη επιρροή στα Σκόπια ασκεί η Βουλγαρία και στο παρελθόν οι Σκοπιανοί ήταν προσηλωμένοι προς αυτήν.

Και όταν οι επαναστάσεις και οι πόλεμοι ρήμαζαν την περιοχή , έβρισκαν καταφύγιο, οι Σλαβομακεδόνες, στη Σόφια. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι εκεί γράφηκε το μεγαλύτερο μέρος της ‘σλαβομακεδονικής’ ιστορίας.

Η ‘σλαβομακεδονική’ μετανάστευση στη σημερινή Βουλγαρία είναι η μεγαλύτερη ‘μακεδονική’ μετανάστευση στον κόσμο. Πιστεύεται ότι μετά από πολλές εξεγέρσεις και πολέμους, περίπου 100.000 ‘σλαβομακεδόνες’ πρόσφυγες εγκατέλειψαν τη Μακεδονία και εγκαταστάθηκαν στη Βουλγαρία. Προβάλλεται, μάλιστα, ο ισχυρισμός ότι περίπου 2 εκατ. πολίτες της Βουλγαρίας σήμερα, έχουν ‘σλαβομακεδονικές’ ρίζες.

Ο Βούλγαρος συγγραφέας Λιούμπομιρ Λέβτσεφ – φετινός νικητής του Χρυσού Στεφανιού των Ποιητικών Βραδιών στη Στρούγκα (πΓΔΜ)-, έχει απόλυτο δίκιο όταν λέει ότι ο ‘σλαβομακεδονικός’ και ο βουλγαρικός λαός βρίσκονται πνευματικά ο ένας κοντά στον άλλον, αλλά μέχρι σήμερα περιστρέφονται σαν διαφορετικοί πλανήτες. «Τα Βαλκάνια ανασκάπτονται επικίνδυνα από την πολιτική αντιπαράθεση, με δυσμενή επίδραση στις φυσικές ρίζες των λαών, και αυτή η αντιπαράθεση πρέπει να ξεπεραστεί. Και τα δύο έθνη στον παρελθόν ήταν μαζί στους πολέμους, αλυσοδεμένα με την ίδια ιδεολογία», είπε ο διάσημος συγγραφέας.

Ο Βούλγαρος κοινωνιολόγος Αντρέι Ράιτσεφ, διευθυντής του ερευνητικού κέντρου «Gallup” δήλωσε σε συνέντευξή του, ότι ποτέ κανείς δεν θα πείσει τους Βούλγαρους ότι οι ‘Σκοπιανοί’ ήταν Βούλγαροι, αλλά τώρα συνειδητοποιούν ότι οι ‘Σκοπιανοί’ είναι ένα ξεχωριστό έθνος.

«Κατά τη διάρκεια του σοσιαλισμού στη Βουλγαρία, όλοι έζησαν με την αίσθηση ότι οι Σέρβοι, ή δεν ξέρω ποιοι άλλοι, προκάλεσαν τη δημιουργία των «Μακεδόνων», όπως λένε στους παπαγάλους: «Είμαστε Μακεδόνες». Τώρα όλοι, σχεδόν, οι Βούλγαροι ξέρουν ότι δεν είναι αλήθεια. Το ερώτημα γι’ αυτούς δεν είναι πλέον τι είναι. Υπάρχουν κάποιες μικρές πολιτικές πυρκαγιές, όπως το VMRO, το οποίο λέει ανοησίες. Ωστόσο οι Βούλγαροι δεν πρόκειται ποτέ να πάψουν να πιστεύουν, ότι κάποτε οι Σλαβομακεδόνες ήταν Βούλγαροι. Το ζήτημα νομίζω ότι είναι διαφορετικό. Κατά τη γνώμη μου ο καθένας μπορεί να προσδιοριστεί όπως αισθάνεται. Άλλωστε ο προσανατολισμός όλων των βαλκανικών λαών είναι σαφής. Η προσχώρησή τους στην Ευρώπη. Τι άλλο μπορούμε να κάνουμε; Θαύματα;» δήλωσε ο Ράιτσεφ.

«Και οι Βούλγαροι και οι ‘Σκοπιανοί’ ζουν την ιστορία τους. Μια ιστορία που καταλαβαίνουμε. Για μένα δεν υπάρχει τίποτε που να τρομάζει τη βουλγαρική κοινωνία, υπάρχουν οργανώσεις και συγγραφείς που σκέφτονται διαφορετικά. Ιδέες που δεν γίνονται αποδεκτές είτε στη Σόφια είτε στα Σκόπια» θα πει ο διάσημος Βούλγαρος Ιβάν Κριστέφ.

«Όλοι όσοι γνωρίζουν την ιστορία της Βουλγαρίας, γνωρίζουν ότι η υπόστασή της στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό μετά το 1879, με την ιδέα της εθνικής ενοποίησης, με την βουλγαρική ιδέα της δικαιοδοσίας της σε ορισμένες χώρες. Το ζήτημα είναι να μην ξεχνάμε την ιστορία. Να την μαθαίνουμε, αυτό θα μας βοηθήσει να ζήσουμε μαζί», συμπλήρωσε ο Κριστέφ.

Ο Βούλγαρος φιλόσοφος Ιβάν Κάλτσεφ, πρόεδρος του Βουλγαρο-Σκοπιανού Συνδέσμου Φιλίας, έχει μια ελαφρώς διαφορετική άποψη. Ισχυρίζεται ότι οι ρίζες της απομονωτικής συμπεριφοράς της πΓΔΜ πρέπει να αναζητηθεί στην επίσημη βουλγαρική πολιτική και στην ισχυρή παρουσία του εθνικιστικής- πατριωτικής μεροληψίας της Βουλγαρίας.

«Υπάρχουν προκαταλήψεις εδώ και πολλά χρόνια, άσχετα με το κόμμα που βρίσκεται στην εξουσία. Είναι το τεχνητό ζήτημα του βουλγαρικού εθνικισμού, ότι οι Βούλγαροι έχουν μια πολύ ένδοξη ιστορία και ότι το μικρό βουλγαρικό κράτος είναι το παλαιότερο στην Ευρώπη. Η διάσημη βουλγαρική ιστορία αποτελεί μια μοναδικότητα που δεν μπορεί να παραχωρηθεί σε άλλους. Οπωσδήποτε όλα αυτά γίνονται με σκοπιμότητα και δεν έχουν σχέση με την πραγματικότητα. Και από τέτοιες θέσεις του βουλγαρικού εθνικισμού και πατριωτισμού, ότι, δηλαδή, η Βουλγαρία πρέπει να επεκτείνει τα σύνορά της είναι μια επικίνδυνη ιδεολογία. Μια τέτοια ιδεολογία έχει καταδικαστεί από το λαό που έχει εντελώς διαφορετική άποψη», δηλώνει ο βούλγαρος φιλόσοφος.

Ένα ιδιαίτερο πρόβλημα στις σχέσεις των δύο χωρών είναι οι σκοπιανοί μετανάστες στη Βουλγαρία, οι οποίοι στο παρελθόν έκαναν πολλά λάθη. Η συνεργασία μαζί τους είχε διακοπεί, εκτός από την περίοδο του 1944 έως το 1948, όταν η Σόφια αναγνώρισε το ‘μακεδονικό’ έθνος. Κατά το υπόλοιπο χρονικό διάστημα το σκοπιανό κράτος προβάλλει μια ιδεολογία ως πραγματικότητα και το βουλγαρικό κράτος δεν αρνείται την ύπαρξή της.

Ο ακαδημαϊκός Ιβάν Καταρντζίεφ, λέει ότι στην ηγεσία των Σκοπίων στο θέμα της μετανάστευσης στη Βουλγαρία υπάρχουν πολλές παρεξηγήσεις. Στο μυαλό των δύο πλευρών υπήρχε αδιαμφισβήτητα ο σλαβομακεδονικός πατριωτισμός και οι διαφορές που εμφανίστηκαν οφείλονται στις τρέχουσες ιστορικές συνθήκες.

«Η συμπεριφορά των δύο πλευρών, είναι απόρροια του σύγχρονου περιβάλλοντος, το οποίο διαμορφώνει τις απόψεις, την κουλτούρα και την νοοτροπία. Υπάρχουν αντιφάσεις, ιδιαίτερα στο θέμα της διαμόρφωσης της πολιτιστικής ταυτότητας και της πολιτικής κατάστασης του σλαβομακεδονικού κράτους. Σήμερα στη χώρα μας μιλούν για συνεργασία με την «Μακεδονική Διασπορά» σε όλον τον κόσμο και όχι μόνον της Βουλγαρίας. Η έρευνα είναι απαραίτητη για να ανοίξει αυτή τη σελίδα από το παρελθόν μας… Το παρελθόν όπως μας παρουσιάζεται. Δεν μπορεί να αλλάξει αυτό και οι μελλοντικοί ερευνητές στο ζήτημα αυτό, θα πρέπει να αποβάλλουν τα πάθη που προέκυψαν στη διαδρομή της ιστορίας» συμβουλεύει ο ακαδημαϊκός Καταρντζίεφ.

Μεταξύ, εξάλλου, των Σλαβομακεδόνων ιστορικών, υπάρχει μια σταθερή άποψη ότι πρέπει να γίνει κάτι για να σπάσει ο ιδεολογικός τοίχος που δημιουργήθηκε από τους πολιτικούς στη διάρκεια της καταστροφικής πορείας της χώρας και οι πολίτες των χωρών δεν πρέπει να θεωρούνται εχθροί. Και οι δύο πολέμησαν για την Μακεδονία και δεν έχει σημασία ποια είναι τα εθνικά τους συναισθήματα.

Ο ογδοντάχρονος Κρίστο Σοφιάνες, απόγονος μιας οικογένειας που μετανάστεψε από την πόλη Στρούγκα στη Βουλγαρία, σε συνομιλία που είχαμε μαζί του αναγνωρίζει ότι αισθάνεται ως ‘Μακεδόνας’ αλλά και ως Βούλγαρος.

«Γεννήθηκα στη Σόφια, εδώ μεγάλωσα και σπούδασα, διαμένω στο περιβάλλον αυτό αλλά νοιώθω διαφορετικά», θα εξιστορήσει όλη την αλήθεια για τους απογόνους των Σλαβομακεδόνων που για τον ένα ή τον άλλο λόγο βρέθηκαν στη Βουλγαρία και δέχθηκαν την βουλγαρική εθνική συνείδηση. «Η ‘Μακεδονία’ υπήρξε πάντοτε η μεγαλύτερη αγάπη τους, την πονάνε…»

Γιατί η Βουλγαρία θεωρεί ότι το ‘μακεδονικό’ παρελθόν ότι είναι ένα τραγικό κομμάτι της ιστορίας της; Τι ανάγκασε τη Σόφια να πολεμήσει για τη Μακεδονία; Και γιατί οι σχέσεις μεταξύ των δύο λαών εξακολουθούν να μην είναι τόσο καλές; Γιατί σε ένα πρόβλημα όπου μερικοί ‘μακεδόνες’ θέλουν να γίνουν Βούλγαροι, όπως η Σπάσκα Μίτροβα από τη Γευγελή, να γίνεται τεράστιο ζήτημα; Γιατί εμείς εδώ στα Σκόπια είμαστε δεμένοι συναισθηματικά σε κάθε γεγονός που συνδέεται με τους Σλαβομακεδόνες που ζουν εκεί;

Αυτά είναι τα ερωτήματα που πρέπει να απαντηθούν για να δούμε τι είναι αυτό που χωρίζει τους Σλαβομακεδόνες και τους Βούλγαρους σε σχέση με το παρελθόν.

Η Ιστορική Διαμάχη Σκοπίων – Σόφιας (όπως την παρουσιάζουν οι Σκοπιανοί)

Λίγο πριν τον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο η Βουλγαρία και η Σερβία είχαν κάνει λεπτομερή χάρτη για τη διαίρεση της Μακεδονίας. Η Βουλγαρία, για να επικρατήσει στη Μακεδονία, έκανε διάφορους πολέμους. Μαζί με τη Σερβία και την Ελλάδα ξεκίνησαν τον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο εναντίον της Τουρκίας το 1912. Μετά τη συνολική νίκη, επειδή η Βουλγαρία ήταν δυσαρεστημένη από αυτά που απόκτησε, άνοιξε νέο πόλεμο κατά των προηγούμενων συμμάχων της.

Αυτός ο πόλεμος, ο Β’ Βαλκανικός ήταν καταστροφικός γι’ αυτήν.

Και στους δύο πολέμους πάλεψε για τη Μακεδονία, αλλά από λάθος πλευρά. Για την επίτευξη των φιλοδοξιών της, την δημιουργία της Μεγάλης Βουλγαρίας, δεν δίστασε να συμμαχήσει στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και με τη ναζιστική Γερμανία. Η Σόφια ανέκαθεν ισχυριζόταν ότι η Μακεδονία είναι η αρχέγονη βουλγαρική χώρα και κανείς δεν είχε δικαίωμα σε αυτήν.

Ωστόσο, υπέγραψε, κρυφά, λίγο πριν τον Α’ Βαλκανικό πόλεμο με τη Σερβία, να την χωρίσουν. Η συμφωνία αυτή συνάφθηκε μεταξύ 29 Φεβρουαρίου και 13 Μαρτίου του 1912. Για αυτήν τη συμφωνία τα δύο κράτη δημιούργησαν έναν πολύ λεπτομερή χάρτη, σύμφωνα με τον οποίο η Σερβία είχε δικαιώματα στα εδάφη όπου είχε εισέλθει καθώς και στις πόλεις Κουμάνοβο, Σκόπια, Κίτσεβο, Ντμπάρ και Στρούγκα.

«Μέσα από την επισκόπηση των δεκαετιών, βλέπουμε ότι στα παζάρια μεταξύ της Σερβίας και της Βουλγαρίας, κυριαρχούν τα εγωιστικά συμφέροντα των δύο αντιπάλων για την απόκτηση της Μακεδονίας.

Απλά, η υπογραφή της συμφωνίας για Συμμαχία Σερβίας- Βουλγαρίας, αποτελεί μια απόδειξη, ότι παρά τις θλιβερές φράσεις για ‘ενοποίηση της Μακεδονίας και της Βουλγαρίας’, για το ‘αδιαίρετο του βουλγαρικού λαού στην υπάρχουσα γεωγραφική περιοχή’, η βουλγαρική πολιτική, όταν έλαβε μια πραγματική ευκαιρία να επεκτείνει την επιρροή της σε ένα μέρος της Μακεδονίας, χωρίς ενδοιασμούς, δεν δίστασε να το πράξει. Έτσι δέχθηκε την προσφορά να διαιρέσει την Μακεδονία» θα σημειώσει ο ακαδημαϊκός Ιβάν Καταρντζίεφ.

Χωρίς να γνωρίζουν τη μυστική συμφωνία για τη διαίρεση της χώρας, όλοι οι κάτοικοι της περιοχής, υποστήριζαν τον πόλεμο που ξεκίνησε τότε από τους συμμάχους κατά της Τουρκίας, χωρίς να είναι υπέρ της Βουλγαρίας ή υπέρ της Σερβίας και χωρίς να έχουν φιλο-ελληνικό προσανατολισμό.

Όλοι είχαν τοποθετηθεί στην πλευρά των συμμάχων, γιατί πίστευαν ότι ήρθε , επιτέλους, η ημέρα της απελευθέρωσης της Μακεδονίας. Το σύνολο του ‘μακεδονικού επαναστατικού κινήματος’ δεν βρίσκονταν σε ενέργεια , λόγω του ότι ασχολούνταν με τον πόλεμο. Στη συνέχεια το VMRO, με ειδική επιστολή κάλεσε τον πληθυσμό να δώσει οποιαδήποτε βοήθεια στους συμμάχους.

Από τη Σόφια, είχαν αποσταλεί στη Μακεδονία περίπου 1.500 στρατιώτες, μαζί με εκείνους που ήδη βρίσκονταν στο έδαφός της, όπου το σύνολο δεν υπερέβαινε τους 2.000. Ήταν όλοι τους έμπειροι μαχητές, οι περισσότεροι από το κίνημα του Ίλιντεν, το οποίο συνείσφερε πολύ και απελευθέρωσε πολλές πόλεις.

Σύμφωνα με το Γκεόργκι Κινσέλινοφ (Георги Киселинов), που συμμετείχε στους πολέμους αυτούς και ήταν μέλος της πρώτης επιτροπής στη δημιουργία του ‘μακεδονικού αλφάβητου’ μετά την πρόσκληση, για την εκδίωξη των Τούρκων και την απελευθέρωση της κατεχόμενης πατρίδας τους, στον λεγόμενο ‘μακεδονικό στρατό’ (;) βρέθηκαν πολλοί αγρότες, βιοτέχνες, καθηγητές, δικηγόροι, συγγραφείς διαφόρων ηλικιών. Οι εθελοντές από τη Μακεδονία ήταν οργανωμένοι σε 12 ομάδες εκ των οποίων οι 10 αποτελούνταν μόνον από εντόπιους, από διάφορα μέρη της Μακεδονίας.

Ωστόσο οι Σλαβο-Μακεδόνες θα αγωνιστούν για την πατρίδα τους, τη Μακεδονία. Οι Βούλγαροι θα τους στείλουν μακριά στην κατάκτηση της Αδριανούπολης για να πεθάνουν εκεί.

Σύμφωνα με την Επιτροπή Carnegie, η οποία συνέταξε την περίφημη Έκθεση ,σχετικά με τις μεγάλες σφαγές στα Βαλκάνια, ο κύριος λόγος, για την μετακίνηση αυτή, ήταν ο φόβος των Βουλγάρων για την απελευθέρωση του «μακεδονικού έθνους».

«Σε κάθε περίπτωση, 15.000 Μακεδόνες εθελοντές που θα μπορούσαν να αφεθούν να πολεμήσουν για τη Μακεδονία, κοντά στα σπίτια τους, αναγκάζονταν να ζουν στη διάρκεια του πολέμου μακριά από τα χωριά τους, στην Τσατάλτζα και στο Μπουλαϊρ» έγραψε η Επιτροπή στην Έκθεση, επισημαίνοντας ότι διευκόλυναν την κατάληψη της Μακεδονίας από το σερβικό και τον ελληνικό στρατό.

«Εάν ο σκοπός αυτής της τακτικής ήταν να διευκολύνουν το διαχωρισμό, το αποτέλεσμα έφερε και συνέχεια. Επιτάχυνε την απώλεια της Μακεδονίας και την καταλόγισε υπέρ των Συμμάχων» αναφέρει η Επιτροπή.

Είναι απλή σύμπτωση που η Μακεδονία ήταν ξεχασμένη μέσα σε ένα μυστήριο, μέχρι τη στιγμή που εμφανίστηκαν οι Βούλγαροι με τις φιλοδοξίες τους. Ζήτησαν μάλιστα από τα μέλη της Επιτροπής να σημειώσουν ότι τίποτε δεν ήταν τυχαίο, αφού η δυσπιστία μεταξύ των παλαιότερων βουλγαρικών κυβερνήσεων και του ‘μακεδονικού επαναστατικού κινήματος’ υπήρχε ανέκαθεν. «Τώρα που η Μακεδονία βρισκόταν μπροστά στην απελευθέρωση, έγιναν τα πάντα για να αποτρέψουν στους Μακεδόνες να έχουν άμεση συμμετοχή στα γεγονότα της απελευθέρωσης» γράφει η αναφερόμενη έκθεση.

Στη διάρκεια του πολέμου, στον αγώνα για την κατάληψη της Αδριανούπολης, σκοτώθηκαν πολλοί Σλαβο-Μακεδόνες.

«Ζηλεύω τους νεκρούς, γιατί έχουν περάσει τα χειρότερα, ενώ εμείς οι ζωντανοί δεν γνωρίζουμε τι μας περιμένει αύριο», τα λόγια αυτά εντυπώνονται στο μυαλό τους. Ωστόσο όλη η προσπάθεια των Σλαβο- Μακεδόνων εθελοντών ( να ενταχθούν στο βουλγαρικό στρατό και να πολεμήσουν για την Βουλγαρία) απέβη μάταιη. Αργότερα συνειδητοποίησαν ότ,ι , όντως, αγωνίστηκαν για τα συμφέροντα που παίζονταν από τους Συμμάχους, μετά την εκδίωξη των Τούρκων.

Ηττημένοι από λανθασμένη γνώση οι Σλαβο-Μακεδόνες εθελοντές δεν θα ξεφύγουν από την αίσθηση ότι κάποιος πίσω από τις πλάτες τους, πριν την κήρυξη του πολέμου ,σχεδίαζε τη διαίρεση της Μακεδονίας.

«Ο εθελοντής από τη Μακεδονία σκεφτόταν με λύπη για την πατρίδα του, η οποία έδωσε αναρίθμητα θύματα αγωνιζόμενος στο επαναστατικό κίνημα για την υλοποίηση του ιδανικού μιας ελεύθερης Μακεδονίας διαρθρωμένη στα γεωγραφικά της όρια. Τώρα με του Βαλκανικούς Πολέμους, οι Σλαβο-Μακεδόνες, έβλεπαν με δάκρυα στα μάτια την πατρίδα τους, να την δίνουν, ως θήραμα, στους βαλκανικούς συμμάχους» θα καταγράψει στη μνήμη του ο Τοντόρ Ποπ Άντοφ, ο οποίος είναι ένας από τους πολλούς Μακεδόνες που πολύ αργά συνειδητοποίησε την απάτη της Σόφιας και των σχεδίων της που έγινε πίσω από τις πλάτες των Σλαβο-Μακεδόνων, για τη διαίρεση της Μακεδονίας με τους Σέρβους.

Ο Ποπ Άντοφ γράφει ότι το περιεχόμενο της μυστικής συμφωνίας μεταξύ Βουλγαρίας και Σερβίας, έχει προκαλέσει θλίψη στην ψυχή του Σλαβο-Μακεδόνα-εθελοντή.

Πριν από τον πόλεμο, ο αναφερόμενος πιο πάνω, με τη σύζυγό του, Πολυξένη Μοσίνοβα, σπούδαζαν στη Γενεύη. Και οι δύο αναφέρθηκαν ότι κατετάγησαν στο ‘Μακεδονικό Σώμα Εθελοντών Odrin’ και συμμετείχαν στην υγειονομική μονάδα. Μετά τον πόλεμο, στη Βουλγαρία καταλογίστηκε ένα μικρό τμήμα της Μακεδονίας, έτσι θα στραφεί εναντίον των Συμμάχων της και θα ξεκινήσει το Β’ Βαλκανικό Πόλεμο. Το VMRO θα υποστηρίξει πλήρως τότε τη Βουλγαρία. «Όλοι είχαν τότε διατεθεί προς διάθεση των βουλγαρικών αρχών. Όλοι, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων- εξυπηρετούσαν τότε τα συμφέροντα της Βουλγαρίας», έγραψε ο Αλεξαντάρ Μαρτούλκοφ, στις αναμνήσεις του.

Στη συνέχεια, πάνω από χίλιοι κάτοικοι εξεγέρθηκαν στις παραμονές του Β΄ Βαλκανικού Πολέμου. Στις Τίκβες εξεγέρθηκαν ανταρτοομάδες και καπετάνιοι για να απελευθερώσουν την πόλη. Συμμετείχαν 1.000 περίπου από τους οποίους οι διακόσιοι ήταν απλοί πολίτες και οι άλλοι αποσπάσματα της ΕΜΕΟ. Το Καβαντάρτσι ήταν ελεύθερο για επτά ημέρες, από 19 έως 26 Ιουνίου 1913. Στις 20 Ιουνίου έγινε συγκέντρωση και εξελέγη η διοίκηση της πόλης.

Η εξέγερση καταπνίγηκε από το βουλγαρικό στρατό τον οποίο ακολουθούσαν ομάδες του VMRO. Τότε άρχισε η αιματηρή επιδρομή των παραστρατιωτικών ομάδων των Σέρβων στο χωριά του Τίβκες. Ο Βασίλιε Τρέμπιτς με 200 περίπου εθελοντές, που ήταν υπέρ των Σέρβων, μπήκαν στις περιοχές του Βέλες και Πρίλεπ καθώς και οι άνδρες του Γιοβάν Μπαμπούνσκι και 250 Τούρκοι με επικεφαλής τον Αλβανό Γιάγια-Αγά και διέπραξαν πρωτοφανείς αγριότητες σε αθώους ανθρώπους. Είχαν σκοτωθεί τότε πάνω από 1.000 κάτοικοι.

Στην Αχρίδα, επίσης, η θυγατρική οργάνωση του VMRO, στην οποία συμμετείχαν Αλβανοί, κατεστάλη από τους Σέρβους, οι οποίοι σκότωσαν πολλούς κατοίκους της Αχρίδας. Κάηκαν 30 άτομα μεταξύ Αχρίδας και Γκόστιβαρ και ρήμαξαν 180 χωριά.

ΠΗΓΗ

Advertisements

Οκτώβριος 10, 2010 - Posted by | ΒΟΥΛΓΑΡΙΑ, ΔΙΕΘΝΗ, ΞΕΝΟΣ ΤΥΠΟΣ, ΣΚΟΠΙΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: